ΘΡΑΨΑΝΑ ΠΕΔΙΑΔΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (1838)

Μάρτυς του περιστατικού ήταν ο Γιώργος Τερζάκης, κάτοικος του χωριού Θραψανά Πεδιάδας Ηρακλείου, ο οποίος ένα υγρό βράδυ πήρε ένα μεγάλο καλάθι και ξεκίνησε με το γαϊδούρι του για να συλλέξει σαλιγκάρια. Πήγαινε προς τα βόρεια του χωριού, στο μέρος που βρίσκονται τα σημερινά λατομεία όπου η βλάστηση είναι χαμηλή με θάμνους και καλλιεργημένα χωράφια. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι αυτή η περιοχή έχει παράδοξη γεωλογική διάταξη, με πολλές χαράδρες και φαράγγια καθώς και εκατοντάδες σπηλιές, σπηλαιώματα και απότομες πλαγιές, τα οποία αποτελούν διακλαδώσεις του μεγάλου φαραγγιού του Καρτερού, το οποίο καταλήγει στην θάλασσα. Ο Τερζάκης αφού διάνυσε αρκετά χιλιόμετρα, είχε πάρει το δρόμο για να επιστρέψει στο χωριό του, αλλά το γαϊδούρι του έδειχνε ανήσυχο. Τότε πρόσεξε ένα στεφάνι φωτός σε κοντινή απόσταση από αυτόν, να πλησιάζει το έδαφος. Μετά από ελάχιστα λεπτά, ένα δυνατό φως που ερχόταν από τα ψηλά χόρτα του χωραφιού, άρχισε να διαχέεται στην περιοχή και ταυτόχρονα άκουσε θορύβους που έμοιαζαν με ανθρώπινες φωνές και ήχους από παράξενη μουσική, καθώς και ένα θόρυβο ο οποίος επαναλαμβανόταν. Ανήσυχος από όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα και περίεργος, παραμέρισε τα ψηλά χόρτα και παρόλο το δυνατό φως που τον «κτύπησε» αντίκρισε μερικά όντα που του φάνηκε ότι φορούσαν στολή, να προβαίνουν σε παράξενες κινήσεις μέσα και γύρω από ένα κύκλο, και νόμισε ότι αυτά τα όντα χορεύουν. Όπως είπε την επόμενη μέρα στους συγχωριανούς του, αυτοί «οι δαίμονες» - όπως αποκάλεσε αυτά τα όντα – είχαν υψος περίπου 1,70 το κεφάλι τους ήταν επίμηκες και φωτεινό, τα μάτια τους φωτεινά και εξογκωμένα, και μέσα στο στόμα τους υπήρχε κάτι που το παρομοίασε με λύχνο που το φώτιζε και τα πόδια τους ήταν οπλές! Ξαφνικά το γαϊδούρι του αφήνιασε και μόνο τότε τα όντα τον πρόσεξαν και στράφηκαν προς το μέρος του. Ο Τερζάκης που δικαιολογημένα ένιωσε πανικό και φοβήθηκε μήπως τον πιάσουν, άρχισε να τρέχει όσο μπορούσε περισσότερο μέχρι που βρέθηκε στο χείλος μιας χαράδρας και άρχισε να κατρακυλάει. Όταν συνήλθε περπάτησε με δυσκολία μέχρι ένα κοντινό εξωκλήσι, όπου προσευχόταν μέχρι το πρωί, γιατί γλύτωσε από τους δαίμονες! Καθώς ήταν αρκετά κουρασμένος, ασυναίσθητα κοιμήθηκε αρκετές ώρες και μετά επέστρεψε στο χωριό όπου και ανέφερε στους χωριανούς του όλα τα συμβαίνοντα.


ΠΗΓΗ: προσωπικό αρχείο του Σωκράτη Αικατερινίδη

Follow by Email